Χρόνια πολλά Δημήτρη Διαμαντίδη! (αφιέρωμα)

diamantidisvasikiΔημήτρης Διαμαντίδης: 35 μικροί Μήτσοι – Ο Δημήτρης Διαμαντίδης γεννήθηκε πριν από 35 χρόνια, διασχίζοντας μια ξεχωριστή διαδρομή: Καστοριά, Ιβανώφειο, Αθήνα και από εκεί στην κορυφή του βουνού, την οποία δεν έχει βαρεθεί ακόμη.

Εχειι δηλώσει -πολλάκις- ευγνώμων που είχε την τύχη να κάνει επάγγελμα, αυτό που ξεκίνησε ως χόμπι επειδή τον διασκέδαζε. Και όχι. Ουδέποτε τέθηκε θέμα κορεσμού. Διότι όπως έχει πει ο Δημήτρης Διαμαντίδης “μου αρέσει αυτό που κάνω. Δεν χαλάνε κανέναν οι τίτλοι. Μου αρέσει άλλωστε, η θέα από την κορυφή του βουνού”. Ο “Μήτσος” μεγάλωσε. Σήμερα μπαίνει στο 35ο έτος της ηλικίας του, έχοντας ζήσει πολλά περισσότερα από όσα περίμενε. Βλέπετε, όπως έχει εξηγήσει, όταν πήγε στον Ηρακλή (το 1999) επ ουδενί περίμενε πως θα φτάσει… μακριά η βαλίτσα. Πόσω μάλλον, ότι θα κερδίσει μια θέση μεταξύ των καλύτερων του ευρωπαϊκού μπάσκετ, στη σύγχρονη ιστορία του. Ας δούμε όμως, τη δική του ιστορία.

Γεννήθηκε με ένα χάρισμα που διαθέτουν μόλις ένα παιδί, στα περίπου 100 που έρχονται στον κόσμο: αυτό της αμφιχειρίας. Ή αν προτιμάτε, της αμφιδεξιότητας. Σε πιο απλά ελληνικά, είναι το ίδιο επιδέξιος και στα δυο χέρια (ή αν… πάτε με το “αμφίχειρας”, είναι “σωστός και στις δυο πλευρές”). Και πού μπορεί να φανεί αυτή η πληροφορία χρήσιμη στην ιστορία μας;

Έρευνες αποκαλύπτουν πως η αμφιδεξιότητα είναι προνόμιο, σε τομείς όπως ο αθλητισμός και οι πολεμικές τέχνες. Ή… και σκέτο οι τέχνες, αν σκεφτείτε ότι σε αυτήν την κατηγορία άνηκαν οι Μιχαήλ Άγγελος και ο Λεονάρντο ΝταΒίντσι.

Οι μελέτες έχουν δείξει και ότι οι αμφιδέξιοι είναι συναισθηματικά πιο ανεξάρτητοι και προσαρμόζονται ευκολότερα στις νέες καταστάσεις. Εδώ… γράψτε λάθος. Γιατί άπαξ και πήγε στον Παναθηναϊκό, δεν κουνήθηκε. Μολονότι σχεδόν κάθε χρόνο είχε -ουκ ολίγες- προτάσεις.

Όπως δεν προσαρμόστηκε ποτέ και πουθενά, όπως στην Καστοριά. Τουλάχιστον όχι, έως ότου παντρευτεί. Μέχρι να γνωρίσει τη γυναίκα της ζωής του (Βερίνα) και να δημιουργήσουν οικογένεια, συνήθιζε να… πετάγεται (όσο εύκολο μπορεί να είναι αυτό, όταν φεύγεις από τη Βαρκελώνη ή άλλες πόλεις της Ευρώπης) στην αγαπημένη του πόλη.

Θα λέγαμε “γενέτειρα” την Καστοριά, αλλά δεν είναι. Γιατί γεννήθηκε (σαν σήμερα, το 1980), στην Κοζάνη.

Μεγάλωσε στην Καστοριά, όπου μετακόμισαν οι γονείς του, Μαίρη και Θωμάς -γουναράδες στο επάγγελμα-, όταν ο Δημήτρης ήταν μικρός.  Το πρώτο σπίτι της οικογενείας, στην περιοχή, ήταν στην Μηλίτσα (10 χιλιόμετρα ανατολικά της Καστοριάς). Μετά, μετακινήθηκαν στο Δισπηλιό, λιμναίο οικισμό 1.186 κατοίκων που βρίσκεται στο 4ο χιλιόμετρο του δρόμου Καστοριάς – Άργους Ορεστικού και μεταξύ άλλων διαθέτει μαγευτική θέα. Μια από τις πρώτες του επενδύσεις, ήταν να αγοράσει ένα σπίτι στη Χλόη -προάστιο 3.079 μόνιμων κατοίκων, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, που έως το 1963 ονομαζόταν “Νέο Τσιφλίκι”.

Έζησε στο δυτικό άκρο της Δυτικής Μακεδονίας εκεί έως τα 19 του και έκανε αυτό το μέρος της Ελλάδας το σημείο αναφοράς του. Δεν δίσταζε να κάνει το ταξίδι (έως το “Μακεδονία” και από εκεί οδικώς για 2 με δυόμιση ώρες -με αγαπημένους φίλους που τον περίμεναν στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης- για το σπίτι του. Διότι “σπίτι είναι εκεί που είναι η καρδιά σου”) ακόμα και σε ένα ρεπό. Η Καστοριά ανταπέδωσε την αγάπη, με το να τον κάνει επίτιμο δημότη, του έδωσε το χρυσό κλειδί, ενώ έδωσε και στο κλειστό δημοτικό γυμναστήριο το όνομα του.

Πώς όμως, ασχολήθηκε με το μπάσκετ. “Πήγαινα στο σχολείο και όπως όλα τα παιδιά, έπαιζα ποδόσφαιρο και μπάσκετ. Στο ποδόσφαιρο, δεν μου άρεσε κάποια θέση συγκεκριμένη. Έπαιζα όπου τύχαινε. Με τον καιρό όμως, άρχισε να με ελκύει περισσότερο το μπάσκετ. Ήμουν 7 χρόνων, όταν η Ελλάδα πήρε το Ευρωμπάσκετ στην Αθήνα. Είχα δει τον τελικό θυμάμαι, και είχαμε ενθουσιαστεί όλοι με την επιτυχία”.

Σημείωση: την εποχή που μεσουρανούσε ο Γκάλης, αυτός παρατηρούσε πώς αγωνιζόταν ο Χριστοδούλου.

Το ποδόσφαιρο παραμένει αγαπημένη συνήθεια, υπό την έννοια ότι δεν χάνει μεγάλο αγώνα. Αφοσιώθηκε στην πορτοκαλί μπάλα και σύντομα ανακάλυψε πως αυτή η ενασχόληση είναι άκρως διασκεδαστική. “Μου άρεσε να βάζω την μπάλα στο καλάθι” ενημέρωσε χρόνια μετά, για να προσθέσει “αρχικά δεν καταλάβαινα πολλά. Απλά χαιρόμουν το παιχνίδι”. Έως εκεί. Άλλη σκέψη δεν είχε κάνει. Όχι πριν το 1999, οπότε ο Παρασκευάς Μουρατίδης τον έπεισε πως άξιζε να δώσει μια ευκαιρία, να δει λίγο πιο σοβαρά αυτό που έως τότε είχε ως χόμπι. Και κάπως έτσι, βρέθηκε στον Ηρακλή. Ναι, για το αλήστου μνήμης συμβόλαιο των 9.000.000 σε δραχμές, 10 εμφανίσεις και 10 μπάλες, στην Καστοριά. Πήρε τη φανέλα με το Νο13 “γιατί όταν είχα πάει στον Ηρακλή, ήταν το μόνο που είχε μείνει”. Το αυτό συνέβη και στον Παναθηναϊκό. “Μη νομίζετε δηλαδή, ότι είμαι προληπτικός”.

 

Οι γονείς του όχι μόνο δεν προέβαλαν την παραμικρή αντίσταση, αλλά αποθέωσαν το γιο τους για την απόφαση που είχε πάρει. “Είχαν δει το πάθος που είχα για το άθλημα και με ενθάρρυναν πάντα. Τους οφείλω ένα μεγάλο “ευχαριστώ””. Αυτή η επισήμανση, δεν έγινε για το θεαθήναι. Ήταν ουσίας, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και το 2008, οπότε έκανε το πρώτο του tattoo και ήταν τα αρχικά όλων των μελών της οικογενείας του, στο βραχίονα του δεξιού χεριού, στην ιαπωνική (“γιατί η οικογένεια σου στα καλά και στα κακά θα είναι δίπλα σου”, όπως εξήγησε). Εννοούμε ότι δεν ήταν εύκολο για εκείνον να αφήσει την οικογένεια του. Αλλά το έκανε. Οπότε μπορείτε να καταλάβετε τι σήμαινε ήδη για εκείνον, το μπάσκετ.

Ας επιστρέψουμε όμως, στο ’99 και τη μετακόμιση του στη Θεσσαλονίκη. Ήταν 19, έφευγε για πρώτη φορά από την οικογένεια του και επίσης, για πρώτη φορά ζούσε μόνος σε μια μεγάλη πόλη, σε ένα μικρό διαμέρισμα, απέναντι από το Στρατοδικείο -κοντά στο Ιβανόφειο. Το είχε επιλέξει, για να πηγαίνει στις προπονήσεις με τα πόδια. “Αρχικά δεν ήξερα τι με περίμενε” είχε ομολογήσει, πριν προσθέσει πως “μέσα το καθημερινό πρόγραμμα, συνήθισα”.

Όταν έβγαλε δίπλωμα, αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο. Ήταν τζιπ, διαστάσεων που δεν μπορούσε να κουμαντάρει (άμαθος γαρ), με τους συμπαίκτες του να βοηθούν εκ περιτροπής κάθε φορά που ήθελε να βγει από πάρκινγκ. Τότε ήταν που αποφάσισε πως στο εξής θα επέλεγε… εργονομικά αυτοκίνητα. Πολύ νωρίτερα από κάτοχος διπλώματος οδήγησης, είχε γίνει “άσος”. Πράγμα που ήταν εξόχως περίεργο τότε (το “ψηλός πόιντ γκαρντ” δεν ήταν κάτι που κυκλοφορούσε ιδιαίτερα εκεί έξω -στην Ελλάδα), για παιδί που είναι… δυο μέτρα. Ο Μουρατίδης είχε αυτήν την έμπνευση (αρχικά, ο “Μήτσος” προσελήφθη ως μπακ απ του Χατζηβρέττα, αλλά είχε εμφανή αδυναμία στο σουτ, εν αντιθέσει με την αντίληψη του παιχνιδιού που ήταν εξαιρετική και τα πολύ μακριά χέρια), εκείνος την ακολούθησε, την τίμησε και… τη συνέχεια τη ξέρετε.

Ενδεχομένως, βέβαια, να μη γνωρίζετε ότι το 2003, οπότε ο Ηρακλής αντιμετώπισε τεράστια οικονομικά προβλήματα και βρέθηκε προ της διάλυσης, εκείνος δεν ήθελε ούτε να ακούει για το ενδεχόμενο να φύγει. Έμεινε με τον Λευτέρη Κακιούση και συνομήλικους του (τότε έγινε πιο δυνατή η σχέση του με τον Λάζαρο Παπαδόπουλο) και πάλεψαν με ό,τι διέθεταν, εναντίον όλων. Φήμες (που ποτέ δεν πρόκειται να επιβεβαιωθούν) θέλουν το συγκεκριμένο δίδυμο να δάνειζε χρήματα σε παίκτες που είχαν βιοποριστικό πρόβλημα.

 

Εδώ, θα θέλαμε να ανοίξουμε μια -σχετική- παρένθεση, που η οικογένεια Διαμαντίδη έχει κάνει ό,τι μπορεί να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα -αλλά στάθηκε δύσκολο. Οι γονείς του ασχολούνται με το πρακτορείο ΟΠΑΠ που ανήκει στον πρωτότοκο (τόσες επιτυχίες ήταν αυτές σε εθνικό επίπεδο!), το οποίο βρίσκεται πίσω από το εμπορικό κέντρο, στην καρδιά της πόλης. Οι κάτοικοι της οποίας έχουν να λένε για τη βοήθεια που παρέχουν σε όποιον έχει ανάγκη. Διαβεβαιώνουν πως και όλη η φαμίλια έχει κάνει -και συνεχίζει να κάνει- πάρα πολλά για τον τόπο τους. Πρόσφερε και τα έσοδα από τη συνεργασία που είχε με εταιρία κινητής τηλεφωνίας, στο πλαίσιο της οποίας του είχε ζητηθεί να αναφέρει το ίδρυμα της αρεσκείας του. Επέλεξε το νομαρχιακό σύλλογο ατόμων με ειδικές ανάγκες Καστοριάς. Κλείνει η παρένθεση.

Έως το 2000, όχι μόνο δεν είχε κληθεί σε Εθνική, αλλά δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη των καθ’ ύλην αρμοδίων. Ποιος τον εντόπισε -και μετά άρχισε τα “ανάθεμα” για την ολιγωρία; Ο Γιώργος Βασιλακόπουλος.

Έως τότε, ήταν “ο ατσούμπαλος”, ο “χωρίς προοπτική παίκτης”. Ο ίδιος είχε αναγνωρίσει ότι “στα 14-16 δεν έπαιξα σε κάποια μικρή Εθνική ομάδα, δεν είχα και τις προδιαγραφές. Σιγά-σιγά μεγάλωσε το κορμί μου, δυνάμωνε και αποκτούσα τις προδιαγραφές. Το σημαντικό είναι να έχεις ταλέντο και να δουλεύεις καθημερινά. Είχα κάποιο ταλέντο και το δούλεψα. Βέβαια ήταν πολύ θετικό ότι στις ομάδες που πήγα με πίστεψαν και οι προπονητές μου. Μου έδωσαν συμμετοχές και με καθιέρωσαν”.

 

Όταν έτυχε να τον πετύχει σε παρκέ ο μέχρι τη σήμερον ημέρα πρόεδρος της ΕΟΚ, απαίτησε να γίνει διεθνής και έτσι έκανε το ντεμπούτο του, την 1η ημέρα του Ιουλίου, το 2000, σε διεθνές τουρνουά που φιλοξενήθηκε στο Λιτόχωρο. Ο Κώστας Πετρόπουλος του έδωσε χρόνο και εκείνος σκόραρε τους πρώτους 3 πόντους. Επισήμως, η πρώτη του συμμετοχή με αντιπροσωπευτικό συγκρότημα, ήταν τον Αύγουστο του 2000, με την Νέων Ανδρών, στο Ευρωμπάσκετ της Οχρίδας. Δίπλα του είχε τους Φώτση, Παπαδόπουλο και Ταπούτο -μεταξύ άλλων-, για να ακολουθήσουν το 2001 οι Μεσογειακοί Αγώνες, που διεξήχθησαν στην Τυνησία. Εκεί, ανέβηκε (μαζί με τους Σπανούλη, Ζήση, Μαρμαρινό, Ταπούτο κα) στο δεύτερο σκαλοπάτι του βάθρου.

Ο… αστικός μύθος θέλει τον Βασιλακόπουλο να τον επέβαλε για το Ευρωμπάσκετ της Σουηδίας, το 2003 (σε ηλικία 23 χρόνων), αλλά ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν του έδωσε μεγάλο χρόνο συμμετοχής -σε ρόστερ που είχε τους Σιγάλα, Αλβέρτη, Κακιούζη, Χατζηβρέττα, Ντικούδη κ.α. Ολοκληρώνοντας με τον αστικό μύθο, πάμε και στην πραγματικότητα που θέλει τον “Ξανθό” να είχε αναπτύξει καλή σχέση με τον Διαμαντίδη, τον Γενάρη του 2002. Όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν ο Ιωαννίδης, έλεγε τα καλύτερα για τον παίκτη -τότε- του Ηρακλή.

 

Όταν έγινε ομοσπονδιακός κόουτς ο Ιωαννίδης, σαφέστατα και είχε μια πρόσκληση για εκείνον. Μεταξύ αυτών που του έλεγε διαρκώς, ήταν να δουλέψει τις βολές του και το σουτ του “γιατί έτσι θα γίνεις ασταμάτητος παίκτης”. Η μοίρα όμως, (για την ακρίβεια, ένας τραυματισμός και ένα χειρουργείο) δεν του επέτρεψε να παίξει με την Ανδρών, το 2002. Έγινε το 2003… όπως έγινε και όλα θα άλλαζαν από το 2004 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έως το 2010 και το Παγκόσμιο Κύπελλο της Τουρκίας. Στις 4 Σεπτεμβρίου, μετά τον αποκλεισμό της Εθνικής από την Ισπανία, ο Διαμαντίδης ανακοίνωσε πως κρεμά τη φανέλα με το εθνόσημο. Ήταν 30 χρόνων. Έκτοτε, κάθε καλοκαίρι τον προσεγγίζουν για να αναθεωρήσει, δίχως όμως, επιτυχία, γιατί είχε αποφασίσει να… ακούσει το σώμα του και κατάλαβε πως παίζοντας χειμώνα-καλοκαίρι, θα μείωνε τις σεζόν της ενεργού δράσης. “Αν θέλω να βγάλω άλλα δύο-τρία χρόνια καλού μπάσκετ έπρεπε να σταματήσω από την Εθνική” είχε τονίσει, πριν καταλήξει στο “ό,τι είχα να προσφέρω το πρόσφερα”.

Ο Παναθηναϊκός μπήκε στη ζωή του, το καλοκαίρι του 2004. Θρυλείται πως ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς είχε πει στους αδελφούς Γιαννακόπουλους πως “το μόνο που με νοιάζει είναι να αποκτήσετε τον Διαμαντίδη”. Εκείνος θα… ανταπέδιδε το 2007, όταν τον κάλεσαν οι ιδιοκτήτες σε ραντεβού για ανανέωση συμβολαίου και όταν τον ρώτησαν τι θέλει, απάντησε “να μείνει ο Ομπράντοβιτς”.

 

Το 2004 οι αδελφοί Γιαννακόπουλοι ήξεραν πολύ καλά ποιος είναι ο Διαμαντίδης. Κάτι που δεν ίσχυσε το 2001, οπότε ο Θανάσης Γιαννακόπουλος είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, για να διαπραγματευτεί την απόκτηση του Λάζαρου Παπαδόπουλου. Ο Πρόδρομος Εμφιετζόγλου, μεγαλομέτοχος της κυανόλευκης ΚΑΕ, είχε πρότεινε στον αφεντικό του ΠΑΟ να του δώσει ένα νεαρό παιδί, για άλλες 50.000 ευρώ. Ο Γιαννακόπουλος δεν είχε εικόνα και άρχισε να παίρνει τηλέφωνα, για να μάθει ποιος είναι αυτός ο παίκτης. Σε αυτά -τα τηλέφωνα- έλεγε “μου δίνουν με 50.000 ευρώ και έναν πιτσιρικά, τον Διαμαντάκη; Διαμαντάτο; Κάπως έτσι; Είναι καλός; Να τον πάρω;” Δεν τον πήρε. Όχι γιατί δεν άκουσε καλά λόγια, αλλά επειδή αντέδρασε ο κόσμος του Ηρακλή -στην προοπτική να χάσει δυο παίκτες… πατ κιουτ.

Τρία χρόνια αργότερα, η ιστορία ήταν άρδην διαφορετική. Κάτι το ξεκάθαρο “θέλω” του “Ζοτς”, κάτι ο… ανταγωνισμός (ο Σταύρος Ελληνιάδης ακόμα διακατέχεται από συναισθήματα απόγνωσης, όταν θυμάται πως “ο Ολυμπιακός τον έχασε, για 30.000 ευρώ”), ο Διαμαντίδης υπέγραψε στον Παναθηναϊκό. Δεν ζήτησε πολλά. Για την ακρίβεια, μόνο ένα πράγμα ήθελε: ένα μικρό αυτοκίνητο “για να μπορώ να παρκάρω εύκολα”. Ναι, το τζιπ του είχε δημιουργήσει ψυχολογικό!

Στους “πράσινους” βρέθηκε ξανά με τον Χατζηβρέττα. Έμειναν στο ίδιο κτίριο, με διαφορά ενός πατώματος. Όταν δεν ήταν στο παρκέ, ήταν με την οικογένεια του φίλου του -θα μπορούσατε να πείτε ότι… τον είχαν υιοθετήσει. Είτε χαλάρωναν μαζί στο ίδιο σπίτι (με τη σύζυγο του Χατζηβρέττα, Δήμητρα -γνωστή για τις μαγειρικές ικανότητες που διαθέτει- να ετοιμάζει λουκούλλεια γεύματα), είτε γνώριζαν στον… νέο στην Αθήνα, την πρωτεύουσα. Τα υπόλοιπα, τα ανέλαβε ο Ομπράντοβιτς. Μαζί και το να τον πείσει να αποκτήσει σουτ. Μετά 101-95 της Ελλάδας επί των ΗΠΑ, στο Παγκόσμιο της Ιαπωνίας, ο κόουτς Σιζέφσκι είχε πει πως “περιμέναμε πως ο Διαμαντίδης θα ήταν τόσο καλός σουτέρ”. Εκείνος θα σχολίαζε “λάθος σκάουτινγκ έκαναν”! Η πραγματικότητα τον ήθελε να δουλεύει (και στα ρεπό) στο σουτ του, στο μακρινό, χωρίς ντρίμπλα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο αυξάνονταν τα σουτ “γιατί στην ηλικία που βρίσκομαι, αυτό με βολεύει να κάνω”.

Είχαν κυκλοφορήσει διάφορα παρατσούκλια για αυτόν (“Mήτσος”, “Χταπόδι”, “Spider Man”, “3D”). Ένα ήταν το “βιονικός”. Έως τις 29/11 του 2007 και μια ίωση που τον άφησε εκτός της αποστολής για την Κωνσταντινούπολη -και το ματς με τη Φενέρμπαχτσε-, είχε μετρήσει 205 διαδοχικά ματς με την πράσινη φανέλα και πέντε “γεμάτες” σεζόν, με τον Ηρακλή. Αυτό θα ήταν πταίσμα, μπροστά στο πρόβλημα που είχε όλη τη σεζόν 2008-09 με τους κοιλιακούς του (σύνδρομο κοιλιακών προσαγωγών δεξιά -ή αλλιώς κήλη αθλητών). Η αδυναμία του να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις, ενώ έπρεπε να παίξει, είχε ως συνέπεια ατυχή ξεσπάσματα (εναντίον των Γκόλεματς και Τεόντοσιτς), ενώ τον Ιούλιο μπήκε στο χειρουργείο να τακτοποιήσει το θέμα. Ήταν η πρώτη απουσία από την Εθνική, στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας -μετά το ξεκίνημα της… καταμέτρησης. Θα επέστρεφε, αλλά όχι για πολύ.

Το 2009, εκτός του ιδιαίτερου θέματος με τους κοιλιακούς, είχε και κάτι ακόμα. Στις 22 Φεβρουαρίου του 2009, στον τελικό Κυπέλλου (ναι, στο Ελληνικό), ευστόχησε σε τρία σερί τρίποντα και διασφάλισε τη νίκη της ομάδας του. Όταν πήγαν να του δώσουν την κούπα, φώναξε τον Φραγκίσκο Αλβέρτη -εν ενεργεία ακόμα, έστω και αν ίσχυε αυτό μόνο στα χαρτιά- να… κάνει τη δουλειά. Το ίδιο έγινε και στο Βερολίνο, μετά τον τελικό της Euroleague με την ΤΣΣΚΑ.

Επισήμως, ανέλαβε χρέη κάπτεν στις 11 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, στο φιλικό που είχε προγραμματίσει ο ΠΑΟ με την ΤΣΣΚΑ, προς τιμήν του “Φράγκι”. Το ρολόι έδειχνε 19.20 όταν ο Αλβέρτης αποχώρησε για να μπει ο Διαμαντίδης και να γίνει… η αλλαγή. Βέβαια, όπως είχε πει… ο νέος “ο Αλβέρτης δεν είναι ο προηγούμενος αρχηγός. Είναι και θα είναι ο αρχηγός του Παναθηναϊκού”. Παρεμπιπτόντως, εκείνος έγινε και ηγέτης στατιστικών κατηγοριών, όχι μόνο στην ιστορία των “πρασίνων”, αλλά και σε αυτή της Euroleague.

Με τα χρόνια, έμαθε να διαχειρίζεται πολλά. Μεταξύ αυτών και τους εχθρικούς -προς αυτόν- οπαδούς. “Ομολογώ ότι με πωρώνουν όταν βρίζουν, όχι εμένα, αλλά τους δικούς μου ανθρώπους. Η άμυνα μου, είναι να επικεντρώνομαι σε αυτά που πρέπει να κάνω”. Έμαθε και να “λύνεται” στα ΜΜΕ, τα οποία αντιμετώπιζε όπως ο διάβολος το λιβάνι, μέχρι πριν λίγα χρόνια. “Όταν θεωρώ ότι έχω να πω κάτι θα το πω” επέμενε, “από τη στιγμή που μιλάω δυο φορές μετά από κάθε ματς γιατί να βγαίνω και να μιλάω συνέχεια;”. Αυτό ανέκαθεν άλλαζε, όταν βρισκόταν σε οικείο περιβάλλον.

 

Όπως μεγάλωνε και ωρίμασε, βρήκε και τη γυναίκα που ήθελε να τον συντροφεύσει στη ζωή. Ήταν η Βερίνα Χιώτη, νυν σύζυγος του, με την οποία γνωρίστηκαν το 2012. Ο φωτογραφικός φακός τους “έπιασε” στις πρώτες τους διακοπές, ακολούθησε ο πολιτικός γάμος, τον Απρίλιο του 2013 και η γέννηση της κόρης τους, Μαρίας, στις 25/5 του 2013. Τώρα, περιμένουν το δεύτερο διάδοχο.

Οι συνήθειες του είναι αυτές που τον ορίζουν. Όπως έχει παραδεχθεί, δεν τις αλλάζει συχνά. Έχει μάθει σε μια αλληλουχία πραγμάτων και αυτή ακολουθεί. Δεν κοιμάται εύκολα τα βράδια (“σκέφτομαι διάφορα. Δεν νιώθω πίεση. Άγχος έχω. Πάντα και ειδικά πριν τα κρίσιμα ματς. Δεν είναι το φόρτε μου να με παίρνει ο ύπνος νωρίς”). Καταπολεμά το πρόβλημα “με τηλεόραση. Το θετικό είναι πως πριν τα παιχνίδια, πάντα ξεκουράζομαι τα μεσημέρια”.

Αναγνωρίζει πως όποιο πρόβλημα και αν έχει -και αφορά το παιχνίδι- δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνα που ‘χει δημιουργήσει η κρίση. “Δεν ζω σε γυάλα. Ζω στην ίδια κοινωνία με όλους, ακούω τους φίλους μου, βλέπω το άγχος τους. Δεν μου αρέσει βέβαια, και το κύμα μετανάστευσης, επειδή δεν υπάρχουν επιλογές στην Ελλάδα”. Εκτιμούσε και πιο πριν αυτά που είχε. Δεν περίμενε τον… όλεθρο. Δεν κάνει όνειρα για το μέλλον. Για να είμαστε ακριβείς, δεν θέτει στόχους. Πια. Πριν λίγα χρόνια, εξηγούσε ότι “δεν ξέρω πως θα είναι η ζωή μου μετά το μπάσκετ. Μιλάω με τον Αλβέρτη και μου λέει ότι θα μου λείψει.  Πιστεύω όμως ότι θα έχω κάνει οικογένεια και θα ασχολούμαι με αυτή. Έχω και προσωπική ζωή. Είναι σημαντικό να είσαι καλά στη προσωπική σου ζωή, σε βοηθάει”. Έκανε οικογένεια, οπότε… κανένα πρόβλημα. Πλέον, μια είναι η επιθυμία: “Να έχουμε υγεία”.

Από το 1999 έως τη σήμερον ημέρα, η αλήθεια είναι ότι έζησε… το μερίδιο του στις επιτυχίες. Και μολονότι το μπάσκετ είναι ομαδικό σπορ, ας δούμε κατ’ αρχάς τις ατομικές του διακρίσεις.

*10 είναι οι φορές έχει κερδίσει μια θέση στην καλύτερη πεντάδα του ελληνικού πρωταθλήματος

*6 φορές έχει αναδειχθεί MVP, εντός συνόρων

*6 είναι και τα βραβεία που έχει πάρει, στην κατηγορία “καλύτερος αμυντικός της Euroleague”

*4 φορές έχει μπει στην καλύτερη πεντάδα της Euroleague

*2 φορές έχει αναδειχθεί MVP στη Euroleague 2007, 2011. Το 2007 είχε αναδειχθεί και καλύτερος Ευρωπαίος παίκτης, Έλληνας της χρονιάς και All Europe player of the year. Το 2011 ήταν και ο πολυτιμότερος παίκτης στη Euroleague -πριν το Final Four.

*1 είναι η διάκριση του, ως MVP σε τελικό Κυπέλλου (2009).

Εν τω μεταξύ, ηγείται της λίστας με τις ασίστ στην Α1 και τη Euroleague, ομοίως και αυτών της κατηγορίας “κλεψίματα”.

Ομαδικές διακρίσεις

Διοργάνωση Τίτλοι
Πρωταθλήματα 9
Κύπελλα Ελλάδος 9
Euroleague 3
Μεσογειακοί Αγώνες 2001 2η θέση
Παγκόσμιο Κύπελλο 2006 2η θέση
Ευρωμπάσκετ 2005 1η θέση

Επιμέλεια: Νίκη Μπάκουλη

sport24.g

marmaga

Ο marmagas είναι ο δημιουργός του blog tismarmagas.wordpress.com. Μετά την επιτυχημένη πορία 2 χρόνων μετέφερε όλα του τα άρθρα στο ανανεωμένο πλέον marmaga.net...


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *